Ποτέ ξανά κίτρινα δόντια

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2008

ΛΑΘΗ ΚΑΙ ΣΟΛΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΝΕΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

του 'Ιωάννη - 'Aδωνι Μελικέρτη

ΜΕΡΟΣ Β'
ΔΥΟ ΑΥΞΗΣΕΙΣ
Απεκατεστάθη, αντί αποκατεστάθη. Εν τούτοις τό αμφισβητώ λαμβάνει κανονικώς εσωτερική καί εξωτερική αύξησι καί αναδιπλασιασμό, π.χ. ημφεσβήτουν.
ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ
Ετσι πρέπει νά φέρεται η ιστορική αυτή οδός καί όχι Οδός Εγνατίας ή Οδός Εγνατία (καί γιά τούς βαρβαρίζοντες Εγναντία). Λάθος είναι π.χ. τό Εγνατίας 406. Ορθόν είναι: Εγνατία Οδός 406 ή έστω Εγνατία 406, κατά τό Ιερά Οδός. Η γενική δικαιολογείται στόν άλλο τύπο οδοσημάνσεως π.χ. Οδός Κανάρη 10 ή Κανάρη 10 κτλ
ΕΓΧΕΙΡΩ (εγχειρέω)
Κάνω εγχείρησι. Συγχέεται μέ τό εγχειρίζω=δίνω στό χέρι. Ετσι γράφεται καί λέγεται: εγχειρισμένος, εγχειρισθείς, θά εγχειρισθή, εγχείριση, αντί τών ορθών: εγχειρημένος, εγχειρηθείς, θά εγχειρηθή, εγχείρησις κτλ.
ΕΔΩΔΙΜΑ
Στά παλαιά παντοπωλεία ανεγράφετο "Εδώδιμα & Αποικιακά" κάτω από τόν τίτλο. Εξ αιτίας αυτού καί τής παρηχήσεως τού "εδω-", η λέξις λέγεται μέ τήν έννοια τού εντοπίου, ενώ στήν πραγματικότητα σημαίνει "βρώσιμος" (από τό εδωδή=τροφή). Τά παραδοσιακά παντοπωλεία δέν υπάρχουν πλέον, θύματα τών Super Markets, όσα όμως κατώρθωσαν νά επιβιώσουν, πρέπει νά αποκαταστήσουν τόν υπότιτλο εις τό ορθόν: "Εντόπια & Αποικιακά".
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Λεκτικώς "φορούνται" πολύ τώρα τελευταία, θά έλεγε κανείς σέ επιδημικό βαθμό. Παλαιότερα υπήρχε η διατύπωσις "ο λεγόμενος ...", μέ ειρωνική σημασία, τώρα όμως λέμε "ο αδικημένος σέ εισαγωγικά ..." κτλ. Πολλοί κάνουν σύγχυσι μεταξύ εισαγωγικών καί παρενθέσεως καί έχομε τά φαινόμενα τού τύπου "ο φίλος εντός ... παρενθέσεως" (εκφωνητής τού ΑΝΤΕΝΝΑ).
ΕΚ ΤΩΝ ΕΝΟΝΤΩΝ. Γιά αγνώστους λόγους, εγράφετο μέ δασεία (τήν εποχή τού πολυτονικού), ενώ είναι μετοχή τού ρήματος ειμί - ένειμι.
ΕΚΩΝ-ΑΚΩΝ. Εκών-άκων. Ο τονισμός τού πρώτου παρασύρει πολλές φορές καί τό δεύτερο. <Εκόντες, ακόντες>. Ανάλογο φαινόμενο παρασύρσεως υπάρχει καί στό έμμεσος-άμεσος, οπότε προκύπτει τό λάθος έμμεσος-άμμεσος.
ΕΛΑΣΣΩΝ. Ο,η ελάσσων, τό έλασσον. Πολλοί λέγουν <τό ελάσσον>.
ΕΛΚΗΘΡΟ. Λάθος <τό έλκυθρο> (προφανώς κατ' αναλογίαν μέ τόν ελκυστήρα).
ΕΜΒΑΔΟΝ. Πολλές φορές χρησιμοποιείται ως άκλιτο, π.χ. τού εμβαδόν.
ΕΝΑΝΤΙΟΣ
Εναντίος, εναντία, εναντίον. Λάθος <ο ενάντιος>. Από μερικούς τό ουδέτερο εναντίον, λογίζεται ως άκλιτο ή επίρρημα, εξ ού καί ο σολοικισμός:" Μέχρις
αποδείξεως τού ... εναντίον!" (ελέχθη σέ παλιά ελληνική ταινία).
ΕΝΔΟΝ. Επίρρημα τοπικό, πού κάποιοι τό έκαναν όνομα: εκ τών ... ένδων.
ΕΝΣΚΗΠΤΩ. Από σύγχυσι μέ τό κύπτω, γράφεται: ενσκύπτω.
ΕΞ ΑΠΑΛΩΝ ΟΝΥΧΩΝ. Ελέχθη από δημοσιογράφο, σέ κατάθεσι στό Ειδικό Δικαστήριο, μέ τήν έννοια "διακριτικά, μέ τρόπο ...", ενώ η πραγματική σημασία τής εκφράσεως είναι τελείως διάφορη: "από παλιά, από τά παιδικά χρόνια, όταν τά νύχια ήταν απαλά, τρυφερά".
ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΑΙ. Οι τύποι επισκεφθή, επισκεφθούν, από σύγχυσι μέ τό επισκευάζομαι, γράφονται πολλές φορές <επισκευθή, επισκευθούν> κτλ.
ΕΠΙΣΤΑΜΑΙ. Από τήν χρήσι τού επιρρήματος "επισταμένως" (κακώς κατά Γ. Ζηκίδην), επεκράτησε νά λέγεται καί γράφεται <επισταμένες έρευνες, επι-
σταμένος έλεγχος κτλ.>, αντί επιστάμενες, επιστάμενος.
ΕΠΩΝΥΜΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ. Εκφέρονται κατά γενικήν κτητικήν τού αντιστοίχου ανδρικού. Π.χ. Ελένη Γαληνού, από τό αρχικόν: Ελένη, σύζυγος (ή κόρη) Δημ. Γαληνού (ονομαστική: ο Γαληνός). Συνεπώς τό συχνά λεγόμενον: <τής κυρίας Βουγιουκλάκης> κτλ, αποτελεί λάθος (δύο γενικές).
ΕΡΩΜΑΙ (Εράομαι-ερώμαι).|Συνήθης η μετοχή ερωμένη, από τήν οποίαν προήλθεν κακώς καί επεβλήθη παντού ο αρσενικός τύπος <ερωμένος>, αντί τού ορθού: "ερώμενος".
ΕΣΟΜΑΙ
Μέλλων τού ειμί. Τί γ' ενικόν πρόσωπον σχηματίζεται ανωμάλως: "έσται", κάτι που αγνοείται από τήν πλειοψηφία τών Νεοελλήνων. Π.χ. <Εσεται ήμαρ> (Πρόεδρος τής Βουλής), αντί "έσται". "Καί έσται τά ελέη τού μεγάλου Θεού ...", "ού τής βασιλείας ουκ έσται τέλος" κτλ.
ΕΥΑΡΙΘΜΟΣ
Λέγεται, κακώς, μέ τήν έννοια τού πολυπληθούς, ενώ σημαίνει ακριβώς τό αντίθετον: ολιγάριθμος. Π.χ. "Μετέβη στό Αίγιον γιά τούς σεισμούς <ευάριθμο> κυβερνητικό κλιμάκιο ..." (άν ήταν πραγματικά "ευάριθμο", ούτε κάν θά ανεφέρετο ...).
ΕΧΩ
Υπάρχει δυσκολία καί άγνοια στήν έκφρασι τού αορίστου καί τού στιγμιαίου μέλλοντος. Λέγεται: θά απέχη, παρέχη, εκεί πού έπρεπε νά λεχθή: θά απόσχη
θά παράσχη, άν καί γιά τό τελευταίο λέγεται τό εξ ίσου λάθος: θά παρέξη.
Αλλο λάθος είναι: θά συμμεθέξη, αντί τού ορθού: συμμετάσχη.
Απεναντίας η υποτακτική: κατάσχω, κατήντησε ρήμα κατ' ενεστώτα, μέ άλλη πλήν παραπλήσια σημασία.
ΖΑΠΛΟΥΤΟΣ (από τό διάπλουτος)
Σύνηθες τό λάθος <ζάμπλουτος>, προφανώς κατ'αναλογίαν μέ τό "πάμπλουτος".
ΗΚΩ. "Ηξεις, αφήξεις". Μέλλοντες τού ήκω καί τού αφήκω (απο-ήκω). Γράφεται συνήθως λάθος: ήξεις, <αφίξεις> (από τό αφικνούμαι).
ΘΑΛΠΩ. Εν συνθέσει κακοποιείται συχνά, ως υποθάλπτω, περιθάλπτω.
ΙΔΙΑΖΩΝ, ΙΔΙΑΖΟΝΤΩΣ (ιδιάζων, ιδιαζόντως)
Από λάνθασμένο συσχετισμό μέ τό ρήμα ζώ, έχει γραφή σέ εφημερίδα <ιδιαζώντος>.
ΙΚΕΤΙΔΕΣ.Αι Ικέτιδες, τραγωδία τού Ευριπίδου. Στήν Δημοτική, σέ μεγάλες επιγραφές έξωθι τού ΚΘΒΕ, απεδόθη ως <Ικέτισσες>, κάτι πού αλλοιώνει τήν ταυτότητα τού κλασσικού έργου.
ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ. Ξένη λέξις, δυσκολοπρόφερτη στά ελληνικά. Συνήθως προφέρεται ιστιντούτο, ιστιτούτο κτλ.
ΙΧΘΥΣ. Η ονομαστική τού πληθυντικού αποδίδεται σχεδόν πάντοτε <ιχθείς>, αντί τού ορθού "ιχθύες". Τόπος τού εγκλήματος συνήθως οι σελίδες τών ωρο-
σκοπίων τών εφημερίδων καί περιοδικών.
ΚΑΘΗΜΑΓΜΕΝΟΣ. Παθ. παρακείμενος τού ρ. καθαιμάσσω (καταματώνω, βάφω τι δι' αίματος). Πολλές φορές από άγνοια τής προελεύσεως τής λέξεως, χρησιμοποιείται μέ διάφορες άσχετες σημασίες, όπως π.χ. "Η Αθήνα καθημαγμένη από τό νέφος καί τό κυκλοφοριακό" (εφημερίς).
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΣ. Αυτή είναι η ορθή αναγραφή καί όχι τό νεοελληνικό <καινούριος>, δεδομένου ότι η λέξις προέρχεται από τό καινουργής. <Καινούρια Εποχή> ήταν τίτλος περιοδικού τέχνης τής δεκαετίας τού '50.
ΚΑΚΟΣ. Παραθετικά: κακός, κακίων, κάκιστος καί σάν επίρρημα: κακώς, κάκιον, κάκιστα. Καί όχι <κακώς, κακίον, κάκιστα>, όπως ελέχθη σέ παλιά ελληνική κωμωδία (από τόν Β. Αυλωνίτη).
ΚΑΤΑΧΩΡΙΖΩ.Καταχωρισμένος καί όχι: <καταχωρώ, καταχωρημένος>.
ΚΗΦΙΣΙΑ. Η Κηφισιά, τής Κηφισιάς, εις τήν αρχαίαν καί τήν νέαν ελληνικήν. Συνεπώς τό λέγειν <Λεωφόρος Κηφισίας>, μέ πρόθεσι τόν αρχαϊσμό ή τήν επιση-μότητα, είναι σολοικισμός. Πρβλ. η ροδωνιά.
ΚΙΡΡΩΣΙΣ. Από λάθος συγχέεται μέ τήν κύρωσι.
ΚΛΗΤΙΚΗ ΔΕΥΤΕΡΟΚΛΙΤΩΝ ΘΗΛΥΚΩΝ: Η κατάληξις τής κλητικής αρσενικών καί θηλυκών είναι -ε. Πλείστοι όμως από άγνοια καί συνήθεια επιμένουν νά προσφωνούν : <κυρία πρόεδρος, κυρία υπουργός> κτλ. Τά ορθά: "κυρία πρόεδρε, κυρία υπουργέ", όπως άλλωστε καί τά γνωστά: Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε, άσπιλε αμόλυντε άχραντε Θεοτόκε, άμπελε, αειπάρθενε.
ΚΟΙΝΟΤΟΠΟΣ.Κοινότοπος, κοινοτοπία. Λάθος τά <κοινότυπος, κοινοτυπία>.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ. Είναι η προσευχή τού Κυρίου καί όχι φυσικά τής Κυριακής, όπως λάθος ενόμισε ο Αλκης Στέας σ' ένα τηλεοπτικό παιγνίδι καί τήν απεκάλεσε ... "Κυριακάτικη Προσευχή!"
ΛΕΙΠΩ.Τό κυριώτερο λάθος σ'αυτό τό ρήμα είναι ο παρατατικός: <έλλειπα>.
Τό λάθος γίνεται προφανώς κατ' αναλογίαν πρός τούς ιστορικούς χρόνους ρημάτων από -ρ-. Π.χ Ρίπτω, έρριπτον, έρριξα κτλ. Πιθανόν όμως νά οφείλεται σέ σύγχυσι μέ τό σύνθετο ρήμα ελλείπω (εν-λείπω), πού όμως στόν παρατατικό είναι ενέλειπον, ενέλειπα - πάντως εν αχρηστία.
ΛΟΓΙΟΙ ΤΥΠΟΙ
Η προσπάθεια προσαρμογής λογίων τύπων στήν Δημοτική, δημιουργεί συνηθέστατα κωμικοτραγικές καταστάσεις. Π.χ. "λόγο τιμής", "εν πτήση", "υπόψη",
"φύση επιθετική ομάδα", "είναι γνωστόν τοίς πάσης ...", "καλή τή πίστη", "πολιτικός εν δράση", "βάση τού άρθρου" (εφημ.). Υπάρχει όμως καί τό άλλο φαινόμενο τής "δοτικοποιήσεως" μέ ταυτόχρονη αλλαγή κλίσεως, π.χ. "εν πάσει περιπτώσει", "πάσει θυσία" κτλ.
Επίσης υπάρχουν ερμαφρόδιτες περιπτώσεις, όπως: <όσο αφορά> κτλ.
Αλλες πάλι προσπάθειες γίνονται γιά τήν αποδυνάμωσι τών λογίων τύπων, πού φαίνεται δέν τούς αντέχει η Δημοτική ωρισμένων. Π.χ. εντωμεταξύ, τωόντι, εντούτοις, εντέλει, καταρχάς, εξαρχής, επικεφαλής, εξαιτίας κτλ.
Αυτοί οι επιεικώς βαρβαρισμοί αποβλέπουν προφανώς στό νά αποχρωματίσουν τίς λόγιες εκφράσεις, μεταβάλλοντες αυτές σέ επιρρήματα, ώστε νά λησμονηθή η αφετηρία τους.
ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΣΜΟΣ ΚΑΚΕΚΤΥΠΟΣ
Ωρισμένες λέξεις μέ τίς διφθόγγους -αυ-, -ευ-, θεωρούνται από επιδόξους αττικιστάς ως αδόκιμες ή "λαϊκές" καί συνεπώς πρέπει νά "αποκατασταθούν".
Π.χ. <νάπτης> (ίσως από τό κανδηλανάπτης), αντί "ναύτης", <δεπτερόλεπτα>, αντί δευτερόλεπτα κτλ.
Η πρώτη ακούεται πιό σπάνια, ενώ η δεύτερη πολύ συχνά, ιδίως σέ περιγραφές αθλητικών συναντήσεων.
Λέγεται Λεωφόρος Κηφισίας, μέ πρόθεσι αρχαιοπρεπείας καί ορθοφωνίας, ενώ τό ορθόν καί στήν αρχαία εκφορά είναι: Κηφισιά, Κηφισιάς.
Ακόμη: <πρωτίστως>, αντί "πρώτιστα" κτλ.
ΜΑΣΣΑΛΙΩΤΙΣ. <Μασσαλιώτισσα>, όταν η Δημοτική φθάνει στά άκρα. Ανάλογο παράδειγμα: Αι Ικέτιδες καί αι Τρωάδες τού Ευριπίδου, έγιναν <οι Ικέτισσες καί Τρωαδίτισσες>.
ΜΑΣΤΙΞ. Σύνηθες λάθος : <Η μάστιγξ ... τού Θεού>.
ΜΕΓΑΛΕΠΗΒΟΛΟΣ. Λάθος: μεγαλεπίβολος.
ΜΕΓΕΘΥΝΣΙΣ Πολλοί γιά λόγους ψευδούς ευφωνίας, λέγουν-γράφουν: μεγένθυση, μεγενθύνω.
ΜΕΛΕΙ. Ρήμα απρόσωπον, που δηλοί φροντίδα καί μέριμνα καί ουδεμίαν σχέσιν έχον μέ τό ρ. μέλλω (= έχω σκοπόν, προτίθεμαι). Εν τούτοις συχνή είναι η σύγχυσις τών δύο. Π.χ. <Η κυρία δέν μέ μέλλει> (θεατρικό έργο).
ΜΕΝΕΤΟΣ. Μόνον στήν έκφρασι "οι καιροί ου μενετοί". Λάθος τό <μαινετοί>.
ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΟΣ. Ο συγκριτικός τού επιρρήματος δέν είναι μεταγενεστέρως, αλλά μεταγενέστερον. Π.χ. καλώς, κάλλιον, κάλλιστα. Πρβλ. τό λάθος: <πρω-τίστως>, αντί: "πρώτιστα".
ΜΕΤΟΧΑΙ ΘΗΛΥΚΩΝ
Γιά τήν δημοτική, οι μετοχές θηλυκού γένους θεωρούνται "πολύ λόγιες" καί δέν μπόρεσαν νά ενσωματωθούν χωρίς απώλειες. Ιδιαίτερα "ευπαθής" είναι η γενική τού πληθυντικού, αλλά καί οι άλλες πτώσεις. Π.χ. <Οι εναπομείναντες .. Σοβ. Δημοκρατίες> (MEGA). <Τών υπαρχόντων ... περιπτώσεων> (Υπουργός στήν Βουλή), <λειτουργούντων θεραπευτικων κοινοτήτων> (υπουργός), <δευτερεύοντος σημασίας> (ραδιόφωνο).
ΜΕΤΟΧΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ
Η ενεργητική μετοχή έχει τεθή εκποδών καί έχει αντικατασταθή από τόν γερουνδιακό (κατά Γ. Χατζηδάκι) τύπο εις -όντας, -ώντας.
Η αδυναμία αυτή τής Δημοτικής εν συνδυασμώ μέ τήν αναγκαστική παρουσία ωρισμένων λογίων καταλοίπων, δημιουργεί τραγελαφικά αποτελέσματα, όπως: τού αιτούντα (αφού ο αιτών δέν υπάρχει, ποιά είναι η ονομαστική, ο αιτούντας ή ο αιτώντας;), ο αναβληθέντας αγώνας.
ΜΗΝΕΣ. Λάθη τού προφορικού κυρίως λόγου: <Σεμπτέμβριος, Οκτώμβριος>, αντί "Σεπτέμβριος, Οκτώβριος".
ΜΙΑ. Γενική τής μιάς (καί ουδεμιάς) καί όχι τής μίας (ουδεμίας).
ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ. Αμίμητος σολοικισμός (πού ομοιάζει μέ ανέκδοτο) από Ελληνα βουλευτή: "Καί όπως λένε οι Γάλλοι: Μολών Λαβέ ...!"
ΜΥΣ. Παλαιότερα ελέγετο λάθος οι μύς. Τώρα τό λάθος αποκατεστάθη, αλλά τό ορθόν επεκτείνεται, ως μή ώφειλε, καί στήν αιτιατική: τούς μύες.
ΞΕΝΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΜΕ -V-
Το λατινικό ή λατινογενές -V- αποδίδεται στήν νεοελληνικήν κακώς μέ τό -Β- ή -β-, ενώ τά γράμματα αυτά αποδίδουν ως γνωστόν παλαιόθεν τό λατινικό -B- καί -b-. Π.χ. Βέλγιον, Βρεταννία, Βαυαρία, Βραζιλία, Βρούτος κτλ.
Οι αρχαίοι καί οι πρώιμοι Βυζαντινοί απέδιδαν τίς ξένες λέξεις μέ -V-, μέ τό -ου-, -υ- ή κάποτε παρέλειπαν τελείως τό γράμμα, όπως στίς περιπτώσεις Ενετία, Νοέμβριος, Οδόακρος, Γένουα (Venetia, Novembrius, Odovacar, Genova). Ετσι έχομε παραδείγματα από ρωμαικά ονόματα, Ουάλης (Valens), Ουαλέριος (Valerius), Αυρήλιος (Aurelius), Ουήρος (Verus), Ουάρρων (Varro), Ουάνδαλος, Ουανδαλικός, Ουεργίλιος, Ουισίγοτθοι κτλ. Τά Βάνδαλοι, Βιργίλιος, Βησιγότθοι είναι μεταγενέστερα, όταν πλέον τό βήτα είχε μεταπέσει από τού αρχικού -b- σέ -v-. Γραπτέα λοιπόν : ευαπορέ (όχι εβαπορέ), Εύανς, Ευίτα (όχι Εβίτα), Χαυιέ (Xavier), Αταυισμός, Δαυός (Davos), ρευάνς (revanche), Νευάδα, Ευερεστ, Αυαροι (Avars), Λαυάλ (Laval), Πουκευίλ, Μοραυία, Ζένδ Αυέστα, αυοκάδο, Ραυέννα Ravenna), Παυία, Ναυάρα, Σαυοναρόλα, Σλαύοι, Τραυιάτα, Τρεύι.
Από τά λίγα ονόματα πού έχουν διασωθή, είναι η Γενεύη, η Βαυαρία κτλ (αν καί οι ψυχαρικοί επιμένουν στό: Βαβαρία!).

Δεν υπάρχουν σχόλια: